Εστία Χάλκης
ΕΣΤΙΑ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΧΑΛΚΗΣ τχ. 31 (Δεκέμβριος 2004)
H επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής Xάλκης
κριτήριο της ένταξης της Tουρκίας
στην Eυρωπαϊκή Ένωση
H συκοφαντική εκστρατεία
κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Σχολής
Είναι γεγονός αναμφισβήτητο για όσους έζησαν το ιστορικό της αναστολής της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής μας, το 1971, από την τότε τουρκική Κυβέρνηση, ότι τούτο ωφείλετο σε λόγους καθαρά πολιτικούς και όχι στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τουρκίας για την κατάργηση των ανωτάτων ιδιωτικών Πανεπιστημιακών Σχολών στις οποίες συμπεριελήφθη, ως μη ώφελε, και η Θεολογική Σχολή Χάλκης, η οποία κατά τον επίσημο Κανονισμό της λειτουργίας της δεν ήταν ανωτάτη και συνεπώς δεν ανεγνωρίζετο ως τοιαύτη, από το Υπουργείο Παιδείας του τουρκικού κράτους.
H τουρκική κυβέρνηση προσεπάθησε από την πρώτη στιγμή να προχωρήσει στην αναστολή της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής και συνεχίζει την προσπάθεια αυτή έκτοτε, να καλύψει τους πολιτικούς λόγους, που την ωδήγησαν στην απόφαση αυτή, με τη δικαιολογία της αναδιάρθρωσης του ισχύοντος τότε καθεστώτος διαβάθμισης των κρατικών και ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Δεν παύει δε να επιμένει και να υποστηρίζει, πως η ισχύς του νόμου 625 του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τουρκίας δεν επιτρέπει την εκ νέου λειτουργία της Σχολής σήμερα, με το καθεστώς που λειτούργησε στην εικοσαετία 1951-1971.
Συνεργοί και υποστηρικτές στην προσπάθεια αυτή της τουρκικής Κυβέρνησης, για την κάλυψη των πραγματικών λόγων, των προθέσεων και των ενεργειών της, ενεφανίσθησαν στο προσκήνιο τα τελευταία δέκα χρόνια, για λόγους ιδεολογικούς και εθνικιστικούς, Τούρκοι συγγραφείς καί δημοσιογράφοι, με δημοσιεύματα, που αποτελούν μεν αντίλογο στην αδιαμφισβήτητη επιχειρηματολογία για την επαναλειτουργία της Σχολής, που προβάλλει το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την ενστερνίζεται ο διεθνής παράγων, αλλά και που αποδεικνύουν την πρόθεση και την προσπάθεια να διαστρεβλώσουν την ιστορία της με την παραπληροφόρηση, ούτως ώστε οι αναγνώστες των δημοσιευμάτων αυτών να διαμορφώσουν εσφαλμένη και αρνητική εικόνα για τον σκοπό της ιδρύσεως της Σχολής, για τον προορισμό καί την αποστολή της.
Ένα από τα δημοσιεύματα αυτά, με τα ως άνω χαρακτηριστικά είναι και το βιβλίο του Δρος EMRE OZYILMAZ υπό τον τίτλο HEYBELIADA RUHBAN OKULU, Θεολογική Σχολή της Χάλκης, που εξεδόθη το 2000 στην Άγκυρα και επενεξεδόθη το 2002, και είναι το μοναδικό μέχρι σήμερα σύγγραμμα από της αναστολής της λειτουργίας της Σχολής, που ασχολείται αποκλειστικά με το θέμα αυτό και την ιστορία της.
Οι ψευδείς και ανυπόστατες κατηγορίες, που εκτοξεύονται και καταγράφονται κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου καί της Θεολογικής Σχολής ως οργάνου αυτού στην εισαγωγή και στα ειδικά κεφάλαια του βιβλίου αποδεικνύουν, ότι το κίνητρο της συγγραφής του υπήρξε αναμφίβολα η κατασυκοφάντηση και δυσφήμηση αμφοτέρων και ιδιαίτερα της Σχολής στην τουρκική Κοινή Γνώμη, με σκοπό ν' αντιδράσει και ν' αποτρέψει την ευρύτατα συζητούμενη και απαιτουμένη διεθνώς επαναλειτουργία της.
H Σχολή χαρακτηρίζεται ως κέντρο εκπαιδεύσεως φανατικών εθνικιστών κληρικών, οι οποίοι μετά την αποφοίτησή τους εχρησιμοποιούντο υπό των Πατριαρχών, και δη τα τελευταία χρόνια υπό του Πατριάρχου Aθηναγόρου, για αλλότριες προς την αποστολή τους δραστηριότητες, που απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση του Ελληνισμού, των σκοπών και των επιδιώξεών του. Ως απόδειξη δε των χαρακτηρισμών αυτών για τους αποφοίτους, εσκεμμένως κατονομάζει ο συγγραφέας μεταξύ αυτών, ως απόφοιτο της Σχολής τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο, που δεν εφοίτησε ποτέ σ' αυτήν, τον δε Πατριάρχη Aθηναγόρα ως αρχηγό ελληνικής οργάνωσης που υπήρχε στην Πόλη με τον τίτλο «Μαύρη Μοίρα» κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, μετά το πέρας του οποίου διέφυγε δήθεν κρυφά με αγνώστου εθνικότητας διαβατήριο γνωστής όμως στο Πατριαρχείο στις Η.Π.Α.
Για τις ως άνω ψευδείς και σκόπιμες κατηγορίες αλλά και για το πλήθος πολλών άλλων κατηγοριών και διαφόρων πληροφοριών, πού περιλαμβάνονται στο βιβλίο για τη Σχολή και ιδιαίτερα για τη λειτουργία της την περίοδο 1951-1971, ο συγγραφέας παραπέμπει εκτενώς στα αρχεία της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλειας της Τουρκίας, αναφέροντας ότι αυτή και το Υπουργείο Παιδείας ήταν τα τεταγμένα επίσημα όργανα του κράτους για τη συστηματική παρακολούθηση της κανονικής ή μη λειτουργίας της Σχολής.
Τα όσα αναφέρονται από τα αρχεία αυτά της Ασφάλειας, ιδιαίτερα μάλιστα για τη δεκαετία του 1960 μέχρι της αναστολής της λειτουργίας της Σχολής το 1971, αποδεικνύουν περίτρανα κάτω από ποίες αντίξοες συνθήκες λειτουργούσε η Σχολή, όταν όλες οι κινήσεις και οι δραστηριότητες και η προσωπική ζωή των διδασκόντων και διδασκομένων σ' αυτήν, των μελών της Εφορείας της Σχολής, που απετελείτο από Συνοδικούς Αρχιερείς, του Οικουμενικού Πατριάρχου, των Αρχιερέων και της Πατριαρχικής Αυλής, των διαφόρων επισκεπτών από το εσωτερικό της χώρας και, ιδιαίτερα από το Εξωτερικό, εκδηλώσεις καί τελετές, εκπαιδευτικές καί θρησκευτικές, ευρίσκοντο ανελλιπώς κάτω από την στενή παρακολούθηση των οργάνων της εθνικής ασφάλειας. Αυτή κατέγραφε τα πάντα, τα εσχολίαζε και τα ερμήνευε αρνητικά, με ασύλληπτη φαντασία, για να κατηγορήσει και να καταγγείλει την Σχολή και για να την εκθέσει ως ένα κέντρο του Πατριαρχείου, που με την λειτουργία του επιβουλεύεται και υπονομεύει την ακεραιότητα και την ασφάλεια της χώρας.
H συμπεριφορά αυτή του τουρκικού κράτους έναντι της Θεολογικής Σχολής, όπως περιγράφεται στο βιβλίο του κ. Ozyilmaz, αποκαλύπτει ότι η αναστολή της λειτουργίας της Σχολής ήταν προδιαγεγραμμένη, εάν μάλιστα αναλογιστεί κανείς και την απαγόρευση πρόσληψης και εγγραφής σ' αυτήν φοιτητών από το Εξωτερικό, κατόπιν κοινής αποφάσεως των Υπουργείων Εξωτερικών και Παιδείας της Τουρκίας τον Απρίλιο του 1963, με σκοπό να στερηθεί το Πατριαρχείο την εκκλησιαστική και θεολογική κατάρτιση των στελεχών του, για τις ανάγκες στην έδρα του και στις Αρχιεπισκοπές και Μητροπόλεις της δικαιοδοσίας του ανά την οικουμένη.
Περιελαμβάνετο μέσα στο γενικό σχέδιο και στη συγκεκριμένη πολιτική της τότε τουρκικής κυβέρνησης της δεκαετίας του 1960, και εκείνων που ακολούθησαν, με σκοπό τη διάλυση καί τον εξαφανισμό της Ομογένειας της Πόλης και την απογύμνωση και αποδυνάμωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου από στελέχη και ποίμνιο.
Αυτό αποκαλύφθηκε και επιβεβαιώθηκε στην κοινή συνεδρία της Επιτροπής ανθρωπίνων δικαιωμάτων της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, με στελέχη του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, της Γενικής Ασφάλειας και της Διεύθυνσης Ιδρυμάτων (Βακουφιών) στίς 15 Οκτωβρίου 2003 στην Άγκυρα.
Ομολογήθηκε σ' αυτήν από τους εκπροσώπους του Υπουργείου Εξωτερικών και των δύο άλλων διευθύνσεων, ότι, κατά την δεκαετία αυτήν του 1960, ακολουθήθηκε συγκεκριμένη πολιτική και τέτοιες πρακτικές, με σκοπό να σβήσουν τα μειονοτικά σχολεία στην Πόλη, και ότι η Τουρκία παραβίασε τα μειονοτικά, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα που απορρέουν από τη συνθήκη της Λωζάννης.
Γνώστης όλων αυτών που έχουν δεί το φως της δημοσιότητας, καθώς και των ισχυρών επιχειρημάτων και των διαμαρτυριών του Πατριαρχείου κατά της απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου και του νόμου 625 του 1971, που αδίκως περιέλαβε και την αναστολή της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής, αναβαθμίζοντάς την δήθεν ως ανωτάτη πανεπιστημιακή, ο συγγραφέας του βιβλίου κ. Ε. Ozyilmaz αρνείται να παραδεχθεί την πραγματικότητα, ότι δηλαδή πολιτικοί και όχι εκπαιδευτικοί ήσαν οι λόγοι που επέβαλαν το κλείσιμό της. Επιμένει δε στην παραπληροφόρηση με σκοπό την παραπλάνηση των αναγνωστών του βιβλίου του, ισχυριζόμενος ότι, εάν επαναλειτουργήσει η Θεολογική Σχολή, με το καθεστώς που το Πατριαρχείο επιθυμεί, θα γίνει ένα εκπαιδευτικό κέντρο, που θα έχει ως σκοπό να χρησιμοποιήσει τους αποφοίτους της,που θα προέρχονται από το Εξωτερικό,να επιβάλλουν και να ισχυροποιήσουν την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου μας και τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχου σε όλη την Ορθοδοξία και να εργαστούν για τη συνέχεια της πολιτικής του Πατριαρχείου παγκοσμίως,με την πρόθεση να διατηρηθεί ζωντανό το πνεύμα της Βυζαντινής Παράδοσης.
Η Εστία καταγγέλει τον κ.Ozylmaz για κατασυκοφάντηση και διασυρμό της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και των αποφοίτων της,με όσες ανυπόστατες ως αναπόδεικτες και ψευδέστατες ως χαλκευμένες κατηγορίες που αναφέρει στο βιβλίο του για την ιστορία της Σχολής και τους αποφοίτους της.
Δηλώνει δε ότι τα μέλη της,συσπειρωμένα γύρω από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ θα συνεχίσουν να ευρίσκωνται αδιαλλείπτως κοντά του για να τον ενισχύουν στο γενναίο,δύσκολο αγώνα του για να ανοίξει η Θεολογική Σχολή μας τις πύλες της και έτσι να επαναλειτουργήσει !
O Δεκέμβριος του 2004 υπήρξε ο μήνας των πλέον αντιφατικών δηλώσεων της τουρκικής ηγεσίας για το θέμα της επαναλειτουργίας της Σχολής. Γι' αυτό και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος εξέφρασε την απογοήτευσή του για την απροθυμία της τουρκικής Κυβέρνησης να προβεί στην επίλυση χρόνιων προβλημάτων του Φαναρίου, παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων αυτής. Περιμένουμε, είπε, ως νομοταγείς πολίται να σκύψουν επάνω στα προβλήματα μας με ενδιαφέρον, με ευαισθησία, με δικαιοκρισία και με στοργή. Αυτήν την στοργήν και δικαιοκρισία, την οποία δικαιούται κάθε πολίτης, να περιμένει από την κυβέρνηση της χώρας του.
O Πατριάρχης κάλεσε τις τουρκικές Αρχές να εγκαταλείψουν την καχυποψία και την μεμψιμοιρία, με την οποία αντιμετώπισαν μέχρι τώρα τα προβλήματα του Πατριαρχείου καί της Oμογένειας, λέγοντας πως δεν αποτελούν απειλή για την Τουρκία. Ποιά απειλή αποτελούν το Πατριαρχείο, η Χάλκη, η Oμογένεια; Μακάρι να υπήρχαν περισσότεροι νομοταγείς πολίται από ημάς, τους Ρωμηούς. Θα ήταν ευτυχές το κράτος να είχε τέτοιους πολίτες σαν εμάς.
Πηγή: immyt.net